Το χαλί της Δέσποινας
Κωνσταντίνος Μ. Κώστος (Dean M. Kostos)
1) Τι ήξερα εγώ
Κάθε χιονισμένη μέρα σκούπιζα τα πόδια με τις κάλτσες στο χαλί της προσευχής
μη ξέροντας τι ήταν πραγματικά, από πού ερχόταν. Τα πορφυρά του
σχέδια αιμορραγούσαν ένα συγκεχυμένο άγνωστο. Έλιωναν οι χειμώνες.
Χώρισαν η μαμά κι ο μπαμπάς. Τύλιξ’ εκείνος το χαλί
και το πήρε στο καινούριο του σπίτι. Του χαλιού το βέλος που έδειχνε
κατά τη Μέκκα, ήταν μια χαμένη πυξίδα, δεν ήξερε πού ήταν η Μέκκα.
Ο μπαμπάς κρέμασε το χαλί σαν χάρτης νάτανε, στον τοίχο.
Ήταν τελικά ένα κομμάτι από το παρελθόν του, των γονιών του. Έλληνες
από τη Σμύρνη. “Έπρεπε να φύγουν με μόνο ότι μπορούσαν να κουβαλήσουν”
μας έλεγε όταν σπάνια αφηνόταν στις αναμνήσεις του. Ή απλά
“αυτά είναι πια παρελθόν”. Αλλά της Σμύρνης τα σχέδια
όλο έπλεκαν μέσα στη σκέψη μου ιστό. Είχα ανάγκη να καταλάβω
πως οι νικητές κομμάτιαζαν τη γη σαν σφαχτό
μερίδες το φιλέτο, τα πλευρά, το στήθος. Μα αυτό ήταν του Ομήρου η πατρίδα,
των παππούδων μου η πατρίδα με τις Ιωνικές κολώνες:
Έφεσος, Αλικαρνασσός, Αφροδισία, Πέργαμος, … Σμύρνη.2) Τι ήξεραν εκείνοι
“Όχι εμάς!” Όπως οι Σύμμαχοι αγκυροβόλησαν κοντά στον όρμο
οι Οθωμανικές μπόμπες έσκαγαν σαν κρατήρες στα σχολιά,
στις εκκλησιές, στα κρανία. Οι στρατιώτες έτρεφαν με μπενζίνα χιλιάδες φωτιές,
τα παράθυρα ξέρναγαν χείμαρους από φλόγες. βενζίνα
“Όχι εμάς!” Ο όχλος έκοβε όποιο δεξί χέρι έκανε
το σημείο του σταυρού, τα παιδιά τα σούβλιζαν με ξιφολόγχες.
Ο όχλος έσερνε τους παπάδες στο δρόμο, τους έβγαζε τα μάτια
τους έκοβε φέτες τ’ αχαμνά,
και τάϊζαν μ’ αυτά τους σκύλους. Νύχτωσε. Ένα τείχος από φωτιά σάρωνε
μόνο τις Αρμένικες, τις Ελληνικές και τις Φράγκικες συνοικίες.
Οι στρατιώτες βίαζαν, μετά έσφαζαν τις γυναίκες
και πέταγαν τα πτώματα τους στην πυρά της κόλασης. Ένα μαύρο χιόνι
από σάρκα μουτζούρωνε τον ουρανό κι οι προβολείς
έσχιζαν τις στάχτες σαν γιαταγάνια. Οι Έλληνες πηδούσαν
στα Στύγια νερά, κοπαδιαστά, για να γλυτώσουν.
Όταν έφταναν τα καράβια, οι Σύμμαχοι πελεκούσαν
τα μπράτσα τους. Τα κορμιά τους στροβιλίζονταν τρελλαμένα απ’ τον πόνο
και βούλιαζαν στη λήθη. Στα πλοία μέσα,
γκαρσόνια κουβαλούσαν δίσκους στα τραπέζια,
γυναίκες με βελούδινα φορέματα, επιχειρηματίες με φράκο
αργόπιναν σαμπάνια κι έτρωγαν φλαμπέ με φόντο παράθυρα με κουρτίνες.
Ένας αξιωματικός ζητάει συγνώμην από την παρέα: “Συγχωρέστε με
που άργησα, λέει. Το πτώμα κάποιου πρόσφυγα μπλέχτηκε
στο πηδάλιο. Ώρες κάναμε να το ξεμπλέξουμε.”
Φωνές έσκουζαν σ’ όλη την αποβάθρα σαν αέρας
μεσ’ από καρβουνιασμένα κλαριά: “Τα πλοία! Τα πλοία! Βοήθεια…!”
Δυο μίλια ουρά πρόσφυγες μες στα κουρέλια, σειόνταν
μπρος - πίσω καλώντας σε βοήθεια. Για να πνίξουν
τις φωνές τους, οι αξιωματικοί έβαζαν στη διαπασόν τους φωνογράφους
(μελωδίες της Χιουμορέσκ, άριες απ’ τους Παλιάτσους)
και μπάντες του ναυτικού παίζαν ως το πρωί.
Αλλά τίποτα δεν μπορούσε να διαλύσει τη φριχτή μυρωδιά
της καμένης σάρκας και της μπενζίνας βενζίνας. Τυλιγμένη
σε βουνά καπνού η Σμύρνη κατάρρεε σαν αποτεφρωμένος
σκελετός μέσα σε μια ιστορία που ούτε η Ιστορία
ούτε ο πατέρας μου διηγόνταν ποτέ. Έχω ανάγκη
να καταλάβω μες στην έρημο, άντρες, γυναίκες, παιδιά
περπατούσαν με δεμένα χέρια. Χείλια σκασμένα
σαν του ωκεανού το βυθό όταν η μνήμη του νερού έχει εγκαταλείψει
τη μνήμη. Η πείνα καταβρόχθιζε τους αιχμαλώτους όσο
να χαθούν σου αντικατοπτρισμού τα βάθη. Έχω ανάγκη να καταλάβω
πως γλίτωσαν μερικοί χάρη σε κείνους τους Συμμάχους που δεν υπάκουσαν
στις διαταγές. Ο παππούς κι η γιαγιά, η Δέσποινα κι ο Μάϊος
τόσκασαν αγκαλιάζοντας σφιχτά το πιο ωραίο τους εικόνισμα.
Τυλιγμένοι χράμια και κουβέρτες σούρθηκαν
ξυπόλητοι ως τη Θράκη, την Καβάλα
σαν δρεπάνι πάνω απ’ τη θάλασσα. Για να προστατέψει
τη γυναίκα του απ’ την καταραχτώδη βροχή, ο Μάϊος
το Τούρκικο προσευχής χαλί έστρωσε πάνω στους ώμους της.
Αχ να μπορούσε να πετάξει! Το έκαναν ρολό,
μαξιλάρι για τον ύπνο τη νύχτα,
την ημέρα ακολουθούσαν το τόξο του. Η Ελλάδα ξεχύλιζε
από πρόσφυγες που ζούσαν σε καλύβια και βρωμούσαν
ακαθαρσίες, ιδρώτα και χασίς. Ψήνονταν απ’ τον πυρετό,
οι πρόσφυγες και κοιμόντουσαν στους δρόμους, στα θέατρα,
στα δροσερά μαρμάρινα αρχαία ερείπια. Οικογένειες στριμώγνονταν
στα βελούδινα θεωρεία της όπερας. Κατασκηνώσεις σημάδευαν χιλιόμετρα
παραλίας. Μιλιούνα ρούφαγαν φτηνό κρασί,
κι έκαναν τον θρήνο τους τραγούδι. Ο Μάϊος
που μιλούσε πέντε γλώσσες κατάφερε να φτάσει στη Νέα Υόρκη.
Η Δέσποινα περίμενε σαν την Πηνελόπη, όχι υφαίνοντας μέσα
σ’ ένα πύργο, αλλά συναρμολογώντας χαλιά σε μια παράγκα,
βράζοντας χόρτα βγαλμένα μες απ’ τις πέτρες, φροντίζοντας άλλων
γυναικών τα νεογέννητα. Μερικές γυναίκες πουλούσαν το κορμί τους. Εκείνη;3) Τι ήξερε εκείνη
Τέσσερα χρόνια μετά, ο φάκελος. Τον σχίζει, τον ανοίγει
κρατάει σφιχτά το εισιτήριο για την Αμερική. Άϋπνη
στο πλοίο, ο νους της θάπρεπε νάχει πλημμυρίσει
από φαντασιώσεις μιας αναγεννημένης ζωής.
Σ’ ένα διαμερισματάκι δύο δωματίων στο Χάρλεμ
εκείνη κι ο Μάϊος ανάθρεψαν τέσσερα παιδιά. Το όνομα
“Δέσποινα” σήμαινε το βάρος που κουβαλούσε, Κυρία,
αρχόντισσα, φύλακας του σπιτιού. Αλλά η πατρίδα της
είχε εξαφανιστεί. Την καινούργια την έλεγε “εξορία”.
Όταν ο πατέρας μου ήταν δεκαπέντε βρήκε το σώμα της νεκρό
σωριασμένο πάνω σε μια στίβα ρούχα. Οι γιατροί ποτέ δεν κατάλαβαν το
γιατί. Έχω ανάγκη να καταλάβω. Κατάρρευσε άραγε κάτω από το βάρος
ενός πένθους που δεν μπορούσε ν’ αλαφρύνει; Μήπως η οργή άνοιξε
μια τρύπα που τη διαπερνούσε σα να κουβάλαγε μια Σμύρνη μες στα στήθια;
Ή είχε πια κουραστεί και εγκατάλειψε τον αγώνα; Απ’ τον μπαμπά
κληρονόμησα τη θύμησή της σαν κάτι πολύτιμο - την έκανα δικιά μου μνήμη.
Σαν να τον βλέπω, αγόρι ακόμη, να κρυφοκοιτάζει τη Δέσποινα
μεσ’ απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα της καμαράς της: μ’ ένα τίναγμα
αφήνει ελεύθερα τον καταρράχτη των πυρόξανθων μαλλιών της και τα βουρτσίζει,
τα βουρτσίζει.
Κάτω απ’ τα πόδια της το χαλί της προσευχής με το βέλος του να δείχνει κατά
την πατρίδα.
Note: Dean Kostos, a third generation descendant of Genocide survivors, presented this poem in honour of his paternal grandparents at the 75th Memorial Ceremony of the Asia Minor Holocaust in Washington DC. Translated from English to Greek by Katerina Angelaki-Rouk (In Greek, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούκ). The original English version of the poem can be viewed here.